Εν Κυδωνέα Δεκέμβριος του 1968 κάπου ανάμεσα Αγίου Νικολάου και Χριστούγεννα
Στην 6η δημοτικού πηγαίναμε 4 παιδιά , δύο παιδιά (αγόρια) εγώ και ο Αντρέας και δύο Κορίτσια η Γεωργία και η Μαρία .
Τα αγόρια τα καταφέρναμε καλά στα μαθηματικά και λύναμε τα προβλήματα που μας έβαζε ο δάσκαλος και στη συνέχεια τα δίναμε και στα κορίτσια και αυτό γινόταν μόνιμα.
Ένα απόγευμα που χιόνιζε αφού παίξαμε χιονοπόλεμο με τον Αντρέα μας ήρθε η φαεινή ιδέα , να μην δώσουμε τις λύσεις των ασκήσεων στα κορίτσια προσποιούμενοι πως τάχα δεν μπορέσαμε να τις λύσουμε .
Τα καημένα τα κορίτσια πήγαιναν χιονοκόβοντας από το ένα σπίτι στο άλλο εκλιπαρώντας να τους δώσουμε τις λύσεις γιατί αλλιώς θα τις έτρωγαν την άλλη μέρα αλλά εμείς ανένδοτοι..Νύχτωσε για τα καλά και τα κορίτσια συνέχισαν το δρομολόγιο Γιάννης-Αντρέας κλαίγοντας και παρακαλώντας .Κάποια στιγμή έπεσαν πάνω στο δάσκαλο που επέστρεφε σπίτι του ..Τις ρώτησε γιατί κλαίνε και του είπαν τι τους κάναμε ..τις καθησύχασε και τις έστειλε σπίτια τους ..
Την άλλη μέρα μας έριξε ένα Σουλτάν μερεμέτ με τη βέργα και πρίστηκαν τα χέρια μας.. και ως επίλογο μας ξεκλάρισε και λίγο τα αυτιά που έγιναν σαν κόκινες πιπεριές , ευτυχώς που είχε χιόνι και γλυτώσαμε τα πετραδάκια στα γόνατα μέχρις αιματοχυσίας ..Στο τέλος μας έβαλε να γράψουμε τιμωρία 1000 φορές πως δεν θα φέρομαι άσχημα στους συμμαθητές μου ..
Το απόγευμα ήταν δύσκολο ,έγραφα αδιάκοπα μέχρι ως το βράδυ αλλά τελειωμό δεν είχε η τιμωρία . Όταν νύχτωσε κάθισα στο παραγώνι και συνέχισα να γράφω στο φώς του λύχνου ..οι υπόλοιποι έπεσαν για ύπνο , εγώ συνέχισα να γράφω την τιμωρία ..Κάποια στιγμή σώθηκε το πετρέλαιο και ο λύχνος έσβησε , αλλά εγώ συνέχισα να γράφω στο φως των δαυλιών και γέμιζα σελίδες που τις έβγαζα από το μέσον του τετραδίου , εκεί με πήρε ο ύπνος και κάποια στιγμή η φωτιά έσβησε.
Το πρωί κατά τις 5 σηκώθηκε ο πατέρας μου και καθάρισε το τζάκι από τις στάχτες και προσπάθησε να ανάψει φωτιά όπως κάθε πρωί ..Πήρε κάποια προσανάματα και δοκίμασε να ρίξει λίγο πετρέλαιο από το λύχνο αλλά δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα και τότε πήρε κάποια χαρτιά που βρήκε παρατημένα στο παραγώνι , ήταν οι τιμωρίες μου ..και έκαναν καλή δουλειά ..
Το πρωί κατά τις 8 χτυπούσε η καμπάνα για να πάμε σχολείο ..σηκώθηκα ετοιμάστηκα ..αναζήτησα την τιμωρία και βρήκα μόνο τα μισά χαρτιά , ρώτησα τον πατέρα μου μήπως τα είδα και μου είπε πως έγιναν προσανάμματα ..
Ξεκίνησα για το σχολείο με βαρυά καρδιά , πήρα ένα ξύλο για τη σόμπα του σχολείου , κάθε πρωί παίρναμε μαζί μας και ένα ξύλο ..Στο δρόμο παρακαλούσα να μην μετρήσει ο δάσκαλος πόσες φορές έγραψα την τιμωρία ..Άφησα την τιμωρία στην έδρα αλλά ο δάσκαλος εκείνη τη μέρα ήταν στις καλές του και μας έβγαλε στο προαύλιο να παίξουμε χιονοπόλεμο , φτιάξαμε και ένα χιονάνθρωπο ..
Στην 6η δημοτικού πηγαίναμε 4 παιδιά , δύο παιδιά (αγόρια) εγώ και ο Αντρέας και δύο Κορίτσια η Γεωργία και η Μαρία .
Τα αγόρια τα καταφέρναμε καλά στα μαθηματικά και λύναμε τα προβλήματα που μας έβαζε ο δάσκαλος και στη συνέχεια τα δίναμε και στα κορίτσια και αυτό γινόταν μόνιμα.
Ένα απόγευμα που χιόνιζε αφού παίξαμε χιονοπόλεμο με τον Αντρέα μας ήρθε η φαεινή ιδέα , να μην δώσουμε τις λύσεις των ασκήσεων στα κορίτσια προσποιούμενοι πως τάχα δεν μπορέσαμε να τις λύσουμε .
Τα καημένα τα κορίτσια πήγαιναν χιονοκόβοντας από το ένα σπίτι στο άλλο εκλιπαρώντας να τους δώσουμε τις λύσεις γιατί αλλιώς θα τις έτρωγαν την άλλη μέρα αλλά εμείς ανένδοτοι..Νύχτωσε για τα καλά και τα κορίτσια συνέχισαν το δρομολόγιο Γιάννης-Αντρέας κλαίγοντας και παρακαλώντας .Κάποια στιγμή έπεσαν πάνω στο δάσκαλο που επέστρεφε σπίτι του ..Τις ρώτησε γιατί κλαίνε και του είπαν τι τους κάναμε ..τις καθησύχασε και τις έστειλε σπίτια τους ..
Την άλλη μέρα μας έριξε ένα Σουλτάν μερεμέτ με τη βέργα και πρίστηκαν τα χέρια μας.. και ως επίλογο μας ξεκλάρισε και λίγο τα αυτιά που έγιναν σαν κόκινες πιπεριές , ευτυχώς που είχε χιόνι και γλυτώσαμε τα πετραδάκια στα γόνατα μέχρις αιματοχυσίας ..Στο τέλος μας έβαλε να γράψουμε τιμωρία 1000 φορές πως δεν θα φέρομαι άσχημα στους συμμαθητές μου ..
Το απόγευμα ήταν δύσκολο ,έγραφα αδιάκοπα μέχρι ως το βράδυ αλλά τελειωμό δεν είχε η τιμωρία . Όταν νύχτωσε κάθισα στο παραγώνι και συνέχισα να γράφω στο φώς του λύχνου ..οι υπόλοιποι έπεσαν για ύπνο , εγώ συνέχισα να γράφω την τιμωρία ..Κάποια στιγμή σώθηκε το πετρέλαιο και ο λύχνος έσβησε , αλλά εγώ συνέχισα να γράφω στο φως των δαυλιών και γέμιζα σελίδες που τις έβγαζα από το μέσον του τετραδίου , εκεί με πήρε ο ύπνος και κάποια στιγμή η φωτιά έσβησε.
Το πρωί κατά τις 5 σηκώθηκε ο πατέρας μου και καθάρισε το τζάκι από τις στάχτες και προσπάθησε να ανάψει φωτιά όπως κάθε πρωί ..Πήρε κάποια προσανάματα και δοκίμασε να ρίξει λίγο πετρέλαιο από το λύχνο αλλά δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα και τότε πήρε κάποια χαρτιά που βρήκε παρατημένα στο παραγώνι , ήταν οι τιμωρίες μου ..και έκαναν καλή δουλειά ..
Το πρωί κατά τις 8 χτυπούσε η καμπάνα για να πάμε σχολείο ..σηκώθηκα ετοιμάστηκα ..αναζήτησα την τιμωρία και βρήκα μόνο τα μισά χαρτιά , ρώτησα τον πατέρα μου μήπως τα είδα και μου είπε πως έγιναν προσανάμματα ..
Ξεκίνησα για το σχολείο με βαρυά καρδιά , πήρα ένα ξύλο για τη σόμπα του σχολείου , κάθε πρωί παίρναμε μαζί μας και ένα ξύλο ..Στο δρόμο παρακαλούσα να μην μετρήσει ο δάσκαλος πόσες φορές έγραψα την τιμωρία ..Άφησα την τιμωρία στην έδρα αλλά ο δάσκαλος εκείνη τη μέρα ήταν στις καλές του και μας έβγαλε στο προαύλιο να παίξουμε χιονοπόλεμο , φτιάξαμε και ένα χιονάνθρωπο ..
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου